Μετωπική σύγκρουση Τσίπρα-Μητσοτάκη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

56 mins read
blank

Πυρά αντάλλαξαν Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Βουλής, στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε τη ΝΔ για “φτηνά αντιπολιτευτικά παιχνίδια” ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης χαρακτήρισε τη συζήτηση για την Αναθεώρηση του Συντάγματος “χαμένη ευκαιρία” με ευθύνη της κυβέρνησης.

“Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, που με πρωτοβουλία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του εκκίνησε, ως «κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία»» είπε ο Αλέξης Τσίπρας και τόνισε ότι το πολιτικό σύστημα που κυβέρνησε επί 40 χρόνια είχε πολλές ευκαιρίες να προχωρήσει σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και δεν το τόλμησε.

Τόνισε ότι για την κυβέρνηση λοιπόν είναι κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία σε αντίθεση δυστυχώς με άλλους «που επέλεξαν να παίξουν φτηνά αντιπολιτευτικά παιχνίδια με το Σύνταγμα. Προσπάθησαν να υπονομεύσουν, να σνομπάρουν τη διαδικασία της αναθεώρησης, να δημιουργήσουν προσκόμματα» εν αντιθέσει, όπως είπε, «με την κυβέρνηση που εκτίμησε ότι είναι εξαιρετικά κρίσιμη διαδικασία τώρα που η χώρα μας εξέρχεται από αυτή τη δραματική εμπειρία των μνημονίων, απ΄ αυτή την ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης που της επιβλήθηκε μετά την χρεοκοπία του 2010. Μια κατάσταση στην οποία οι τίτλοι τέλους γράφτηκαν οριστικά τον Αύγουστο του 2018», σημείωσε.

Ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι στη νέα φάση που έχει μπει η παγκόσμια οικονομία αλλά και το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ και της ευρωζώνης και τις διαρκείς πιέσεις που δέχεται από πολλαπλά κέντρα ο κοινοβουλευτισμός αλλά και η δημοκρατική αρχή, «το Κοινοβούλιο χρειάζεται να ενισχυθεί παράλληλα με την ενίσχυση της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, ώστε και οι δύο αυτοί θεσμοί να μπορούν να αντιπαρέλθουν αποτελεσματικά πιέσεις που ενίοτε φτάνουν στα όρια του εκβιασμού».

Σημείωσε ότι σε αυτό αποσκοπούν οι ρυθμίσεις που θέλουν να εγγυηθούν έναν ομαλό πολιτικό κύκλο, έναν πολιτικό κύκλο τετραετίας και από την άλλη να εξισορροπήσουν αυτή την νέα συνθήκη μέσω ενός μηχανισμού εσωτερικού στον κοινοβουλευτισμό που δεν είναι άλλος από το αναλογικό εκλογικό σύστημα. Πρόσθεσε ότι «η πρόταση μας δεν μιλά για συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα, αλλά για ένα μοντέλο με την πιθανότητα να υπάρχει μια απόκλιση από την απλή «απλή αναλογική», αλλά ένα μοντέλο αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου».

Την πρόταση αυτή δεν πρέπει να τη δει κανείς ξεκομμένη αλλά σε ένα πλέγμα προτάσεων, και ειδικότερα που περιλαμβάνει τις προτάσεις για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την διάλυση της Βουλής, η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας, η υποχρέωση ο πρωθυπουργός να είναι υποχρεωτικά εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου και η κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος «λειτουργούν ως σύνολο, ως αλληλοσυμπληρούμενες ρήτρες που λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση: Την ενίσχυση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και την προστασία των δημοκρατικών θεσμών από εξωγενείς παρεμβάσεις».

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας μεταρρύθμισης είναι ξεκάθαρο σε όλους: «Μια ισχυρή κυβέρνηση, με εγγυημένο τον τετραετή πολιτικό κύκλο. Αλλά την ίδια στιγμή ένα Κοινοβούλιο που δεν θα είναι διακοσμητικό αλλά θα μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά την κυβερνητική πολιτική μέσω της καθιέρωσης του αναλογικού εκλογικού συστήματος. Ένα σύστημα θεσμών που θα λειτουργεί δηλαδή ως μηχανισμός εξισορρόπησης και ελέγχου πιθανών κυβερνητικών αυθαιρεσιών».

Ειδική αναφορά στο ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ) έκανε ο Αλ. Τσίπρας. Επισήμανε ότι κεντρικό ερώτημα στην πολιτική συζήτηση αυτή ήταν εάν τελικά πρέπει ως ύστατο καταφύγιο να προσφεύγουμε στη λαϊκή ετυμηγορία ή θα πρέπει ο ΠτΔ να εκλέγεται από το Κοινοβούλιο ακόμα και με απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών, όπως είναι η πρόταση της ΝΔ.

«Η αλήθεια είναι ότι το σημερινό Σύνταγμα προβλέπει την τελευταία δυνατότητα με την προσθήκη όμως μιας διόλου ασήμαντης λεπτομέρειας», όπως σχολίασε. Δηλαδή, όπως είπε, «ότι η απλή πλειοψηφία 151 αρκεί μόνο εφόσον δεν έχουν τελεσφορήσει τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία (200, 200 και 180 ψήφων), στη συνέχεια έχει διαλυθεί η Βουλή, έχει εκλεγεί νέα, άρα έχουμε μεσολάβηση εκλογών, ενώ στη συνέχεια και πάλι επιχειρείται να συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία κατά την πρώτη ψηφοφορία 180 βουλευτών και αν και εκεί δεν εκλεγεί πάμε σε απλή πλειοψηφία».

Ο πρωθυπουργός παρατήρησε ότι «η  διάλυση της Βουλής και η μεσολάβηση εκλογών δεν είναι μια τυχαία λεπτομέρεια. Είναι ο τρόπος που επιλέγει ο συνταγματικός νομοθέτης προκειμένου -ας μου επιτραπεί η έκφραση – να «εκβιάσει» αν θέλετε τη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για το πρόσωπο του ΠτΔ επειδή ακριβώς αυτός είναι ο επικεφαλής της Ελληνικής Δημοκρατίας και ρυθμιστής του πολιτεύματος».

Ωστόσο, είπε ο κ. Τσίπρας, «εμείς όμως εδώ επιθυμούμε -και ορθώς- να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που γεννάται σε ό,τι αφορά τη διατάραξη του ομαλού κυβερνητικού κύκλου τετραετίας, οπότε προκρίνουμε την αποσύνδεση της εκλογής του ΠτΔ από πιθανή διάλυση της Βουλής». Άρα, συνέχισε, «πρέπει να δημιουργηθεί ένας άλλος μηχανισμός «εκβιασμού» της συναίνεσης και αυτό επιχειρεί η πρόταση μας με τις διαδοχικές ψηφοφορίες και τελικά μόνο αν αυτές δεν ευδοκιμήσουν, σε διάρκεια έξι μηνών, να οδηγούμασε σε απευθείας εκλογή από το λαό ως ύστατη καταφυγή εφόσον δεν επιτευχθεί η συναίνεση».

Ο κ. Τσίπρας χαρακτήρισε παντελώς αβάσιμο τον φόβο για διολίσθηση του πολιτικού μας συστήματος σε προεδρική ή ημιπροεδρική μορφή, διότι σημείωσε το πολίτευμα χαρακτηρίζεται όχι με βάση το τρόπο εκλογής αλλά με βάση τις αρμοδιότητες του ΠτΔ και η πρόταση δεν προβλέπει καμία αλλαγή στις αρμοδιότητες.

Αντίθετα, υποστήριξε ότι με την πρόταση της ΝΔ για εκλογή του ΠτΔ με 151 βουλευτές, νοθεύεται ο μηχανισμός επίτευξης συναίνεσης που πρέπει να επιτάσσει το Σύνταγμα -στο βαθμό που στο πρόσωπο του ΠτΔ θέλουμε τον εκφραστή της ενότητας του έθνους και τον ρυθμιστή του πολιτεύματος -και θα καταλήξουμε λοιπόν με αυτή την εκδοχή στο να έχουμε ένα ΠτΔ διορισμένο- τοποτηρητή της εκάστοτε συγκυριακής απλής πλειοψηφίας της Βουλής του θα τυγχάνει να υπάρχει την περίοδο που θα λήγει η θητεία του Προέδρου και θα έρχεται η διαδικασία εκλογής.

Από την πλευρά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η συζήτηση θα γραφτεί στην ιστορία ως μια χαμένη ευκαιρία και κατηγόρησε την κυβέρνηση που απέρριψε όλες τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας η οποία- όπως είπε- προσπάθησε να διαμορφώσει ένα πλαίσιο συνεννόησης.

«Είχα προτείνει προσωπικά στον κ. Τσίπρα να αναλάβουμε κοινή ευθύνη απέναντι στους νέους μας. Να ψηφίσουμε μαζί το άρθρο 16 και 24. Δεν τολμήσατε κ. Τσίπρα να κάνετε ούτε αυτό. Δεν λυπάμαι για εσάς. Λυπάμαι για τη χώρα και το μέλλον των νέων Ελλήνων», τόνισε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. 

«Λυπάμαι που η συζήτηση αυτή, που αποτελεί κατά τεκμήριο κορυφαία διαδικασία που εμπλέκεται το Κοινοβούλιο, γίνεται με τα έδρανα της Βουλής άδεια. Η αναθεώρηση ουσιαστικά μένει μετέωρη. Επιβεβαιώνεται ότι ακόμα και ο καταστατικός χάρτης της χώρας αντιμετωπίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κομματικό εργαλείο για φτηνό αντιπερισπασμό», πρόσθεσε. 

Παράλληλα, επανέλαβε ότι ο λαός θα μετατρέψει τις επικείμενες αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές σε δημοψήφισμα απέναντι στην κυβέρνηση και την πολιτική της. «Η κάλπη της 26ης Μαΐου θα είναι μια ευκαιρία να μιλήσουν οι πολίτες – Όλοι οι Έλληνες θα κρίνουν αυτά τα οποία έχουν βιώσει», επεσήμανε.

«Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα και σε μερικές εβδομάδες έχουμε εκλογές, που ο λαός σε κάθε περίπτωση θα μετατρέψει σε δημοψήφισμα απέναντι στην κυβέρνηση και την πολιτική της», είπε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, δίνοντας το στίγμα του.

Και σημείωσε, ότι στις 26 Μαΐου είτε γίνουν τριπλές είτε τετραπλές εκλογές «όλοι οι Έλληνες θα κρίνουν αυτά που έχουν βιώσει αυτή την τετραετία και μια νέα εθνική πληγή που ανοίξατε», αναφερόμενος στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ανέφερε ακόμη ότι δεν υπάρχει λόγος για ανώδυνες επιλογές και άσκοπους ψήφους! «Το μήνυμα πρέπει να σταλεί και να είναι ηχηρό γιατί όλα κρίνονται στην κάλπη εκεί θα αναμετρηθεί η αλήθεια με το ψέμα», υπογράμμισε προς τον ελληνικό λαό.

Ο κ. Τσίπρας ήθελε να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ καθεστώς, αλλά η Ελλάδα θα προχωρήσει χωρίς αυτόν. Την Κυριακή 26 Μαΐου η φωνή των πολιτών θα’ ναι μια και ξεκάθαρη, συμπλήρωσε ο κ. Μητσοτάκης. 

Facebook Comments